Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΗΜΕΡΑ*
Μάριος Μιχαηλίδης, Δρ. Κοιν. Επιστημών
Η διεξαγωγή ημερίδας με θέμα τους/τις εκπαιδευτικούς αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για τη Διδασκαλική Ομοσπονδία τόσο γενικά, όσο και ειδικά, στις τρέχουσες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες. Μια σύγχρονη συνδικαλιστική δράση απαιτεί τη συνεχή επιστημονική διερεύνηση της κοινωνικής ταυτότητας και δραστηριότητας των εκπαιδευτικών, έτσι ώστε αιτήματα, μορφές πάλης και μέτωπα να απαντούν σωστά στις σύγχρονες ανάγκες των συνδικαλισμένων μελών αλλά και όλου του Λαού.
Αυτή η ανάγκη είναι ιδιαίτερα επιτακτική στην τρέχουσα χρονική περίοδο, μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ημερίδα αυτή. Στο χώρο της Εκπαίδευσης μαίνεται μια σοβαρή πολιτική σύγκρουση, με αντικείμενο τη ριζική του, αντιδραστική αναδιάρθρωση. Στη σύγκρουση αυτή η ΔΟΕ έχει, μάλιστα, ανοίξει την αυλαία με την έναρξη του τρέχοντος σχολικού έτους. Με τη λήξη της παρούσας φάσης της σύγκρουσης η πολιτική ζωή του τόπου δε θα είναι όπως πριν, ακόμη και αν, προσωρινά, παγώσει η απόπειρα ολοκληρωτικής ιδιωτικοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Το δυναμικό που συσσωρεύεται στους αγώνες των φοιτητών, των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των εργαζομένων προωθεί γενικότερες πολιτικές ανακατατάξεις στην ελληνική κοινωνία.
Μέσα σε αυτές τις ενδιαφέρουσες εξελίξεις είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε το κύριο αντικείμενο της σύγκρουσης μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, το πραγματικό «μήλο της έριδος»: αυτό δεν είναι το οργανωτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η εκπαιδευτική διαδικασία, δεν είναι, δηλαδή, ο ιδιοκτησιακός χαρακτήρας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, το ύψος της χρηματοδότησής τους, η δομή τους και η διαδικασία διοίκησής τους. Όλα αυτά έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους στο κατά πόσο διευκολύνεται ή παρεμποδίζεται η εκπαίδευση φοιτητών και μαθητών και, μάλιστα, στο ποιών διευκολύνεται και ποιών παρεμποδίζεται. Ακόμη, στο ποιος αποφασίζει για ποιο προσανατολισμό, διάρκεια, ποιότητα, διαδικασίες και περιεχόμενα των προγραμμάτων σπουδών και έρευνας. Τελικός τους σκοπός όμως, πυρήνας του όλου πλαισίου που συνθέτουν είναι η ίδια η διδακτική και ερευνητική διαδικασία. Η «μητέρα των μαχών» διεξάγεται για τους σκοπούς και τα περιεχόμενα των προγραμμάτων σπουδών, για το χαρακτήρα της διαπαιδαγώγησης στα σχολεία των δυο πρώτων βαθμίδων, για την παραγόμενη γνώση στα ΑΕΙ. Στη ΓΝΩΣΗ και στη ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ, στο ΠΟΙΟΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙ - ΤΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ, εκεί στοχεύουν όλα τα οργανωτικά, διοικητικά και οικονομικά μέτρα. Με λίγα λόγια, το επίκεντρο της διαμάχης σχετικά με τη λειτουργία ενός ταξικού εκπαιδευτικού συστήματος, με τη λειτουργία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και την αναπαραγωγή της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας εντοπίζεται στην παραγωγή, διάδοση και αφομοίωση της γνώσης.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι συχνά υπερτονίζουμε την υποχρηματοδότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, πρόβλημα οπωσδήποτε υπαρκτό και καθοριστικό, παραβλέποντας κάποιες «διαφωτιστικές» εξαιρέσεις του κανόνα: στην περίπτωση των «Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων», ακόμη και στα Δημοτικά Σχολεία, υποστηρίζονται κατηγορίες «Δράσεων» με σοβαρά κονδύλια για τα δεδομένα της τρέχουσας χρηματοδότησης των σχολείων. Αυτές, μέσα από ελκυστικά αντικείμενα και διαδικασίες, αποσκοπούν στην προώθηση της σύγχρονης, κυρίαρχης «λογικής» της εκπαίδευσης: της διάσπασης του ενιαίου χαρακτήρα της διδασκαλίας, και, πολύ βαθύτερα, της εισαγωγής της αστικής ιδεολογίας περί της απολίτικης, εξατομικευμένης, ατομικής ευθύνης του πολίτη, περί της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, του ρόλου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, της σημασίας της επιχειρηματικότητας κλπ. Συμπέρασμα: όταν οι αναδιαρθρώσεις που επιχειρούν απαιτούν χρήματα, οι κυβερνήσεις, η ΕΕ και οι επιχειρήσεις – χορηγοί πληρώνουν! Και αυτό γιατί η αστική τάξη, έμπειρη στη διακυβέρνηση, ιεραρχεί άριστα, βάζοντας το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην πρώτη θέση.
Επομένως, η ταξική, πολιτική διαμάχη στην εκπαίδευση εστιάζεται ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μέσα στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία: πρώτιστα στο ΤΙ διδάσκεται (σκοποί – περιεχόμενα) και ακολούθως, σε στενή διασύνδεση με αυτά, στο ΠΩΣ (μέθοδο) και στις ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ (δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, χρηματοδότησή του, στενότερο και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο λειτουργίας του). Στο τελευταίο ζήτημα ΕΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ, αφού αυτό δεν επηρεάζει μόνο τη ζωή μας ως εργαζομένων, αλλά και την ίδια τη δραστηριότητά μας ως εκπαιδευτικών λειτουργών. Ήδη συνειδητοποιείται πλατιά το ότι η εκπαιδευτική διαδικασία υποβαθμίζεται δραστικά μέσω του χαμηλού μισθού, του εργασιακού καθεστώτος των αναπληρωτών και ωρομισθίων, της απαξίωσης των πτυχίων από το ΑΣΕΠ, της σχεδιαζόμενης επιμήκυνσης του εργασιακού βίου, της ελλιπούς ασφαλιστικής κάλυψης, της ανεπαρκούς εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, με λίγα λόγια, μέσω της απαξίωσης των ίδιων των εκπαιδευτικών ως παιδαγωγών και εργαζομένων γενικότερα.
Οι τελευταίες εξελίξεις απέδειξαν ότι όλο και περισσότερες/-οι εκπαιδευτικοί, διεκδικώντας λύσεις στα επαγγελματικά μας προβλήματα, συνειδητοποιούμε τη διασύνδεσή τους με τα προβλήματα της εκπαίδευσης, με τα οποία εμπλουτίζουμε την ατζέντα των αιτημάτων μας. Έτσι, προβάλλουμε την ανάγκη της επαρκούς χρηματοδότησης των σχολείων, τη βελτίωση της αριθμητικής σχέσης μαθητών – δασκάλων, την κατάργηση του εξετασιοκεντρικού χαρακτήρα του σχολείου, την άρση της ταξικής διαφοροποίησής του. Το καινούριο στοιχείο, όμως, της αντιπαράθεσής μας με την εκπαιδευτική πολιτική είναι η ανερχόμενη αντίθεσή μας στο περιεχόμενο των μαθημάτων, η οποία, προς το παρόν, εστιάζεται στην κριτική των νέων σχολικών βιβλίων. Η ανάπτυξη της πάλης των εκπαιδευτικών οδηγεί, σίγουρα όχι αυτόματα και με πολλές δυσκολίες, στην «καρδιά» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στην εξέλιξη, μάλιστα, αυτής της ιδεολογικής διαπάλης όλο και περισσότερες/-οι εκπαιδευτικοί υπερβαίνουν την άμυνα και προβληματίζονται, συζητούν, προβάλλουν το περίγραμμα ενός άλλου, ριζικά διαφορετικού σχολείου, με άλλη δομή, λειτουργία, σκοπούς και περιεχόμενο διαπαιδαγώγησης, που θα υπηρετεί τις μορφωτικές και ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες ΟΛΩΝ των παιδιών του λαού, μέσα σε άλλες, ριζικά διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες.
Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι ΔΥΟ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΟΜΕΙΣ της κινηματικής δράσης των εκπαιδευτικών: το «ΕΞΩ» ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ο «δρόμος», οι συλλογικές εκδηλώσεις κλπ.) και το «ΜΕΣΑ» ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΠΡΩΤΙΣΤΑ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ, στο μάθημα, σε συνδυασμό με την παρέμβαση στο Σύλλογο διδασκόντων και στους γονείς. Η δράση μας πρέπει να ξεδιπλώνεται και στους δυο τομείς, να αξιοποιεί τις δυνατότητες και των δυο, να περνά από τον ένα στον άλλο, να τροφοδοτείται από τις επιτυχίες και την εμπειρία στον ένα για να έχει αποτελέσματα στον άλλο. Και στους δυο να ανεβάζει τη θέληση για αντίσταση και ριζικές, προοδευτικές αλλαγές, να χτίζει συμμαχίες με γονείς, μαθητές, γενικότερα με εργαζόμενους, αξιοποιώντας κάθε μορφή πάλης στις κάθε φορά γενικές και ειδικές συνθήκες.
Τι θα συμβεί αν απολυτοποιήσουμε τη δράση στο «δρόμο» και, ταυτόχρονα, λειτουργήσουμε κομφορμιστικά στο μάθημα; Θα μπορέσουμε, έτσι, να πείσουμε μαθητές και γονείς για την ειλικρίνεια των προθέσεών μας σε σχέση με τα εκπαιδευτικά μας αιτήματα; Ή να κερδίσουμε την αλληλεγγύη τους στις επαγγελματικές μας διεκδικήσεις; Θα αφήσουμε «πεδίο δόξας λαμπρό» στην ταξική λειτουργία της εκπαίδευσης, χωρίς να ανοίξουμε ούτε μια χαραμάδα σε αυτή. Δε θα στείλουμε ούτε μια «αχτίδα φωτός» στη συνείδηση των παιδιών, δε θα προωθήσουμε αγωνιστικό πρότυπο ζωής στη νεολαία. Θα συμβάλουμε στην αναπαραγωγή του στερεότυπου του «δημόσιου υπάλληλου», που «επαναστατεί» σε συνθήκες μαζικότητας και ανωνυμίας και, μετά, στο χώρο όπου δοκιμάζεται η προσωπική του ευθύνη, σκύβει το κεφάλι και κάνει το «job» του, με ή χωρίς επίγνωση των συνεπειών που αυτό επιφέρει. Με αυτό τον τρόπο θα αναπαράγουμε την αποξένωσή μας από τη δουλειά μας, δυσκολεύοντας, έτσι, και την ανάπτυξη των αγώνων έξω από το σχολείο. Ένας φαύλος κύκλος θα διαιωνίζεται: κατακερματισμένη δράση αναπτύσσει κατακερματισμένη συνείδηση, η οποία, με τη σειρά της, θα παρεμποδίζει τη ριζοσπαστικοποίηση και συνολική πολιτικοποίηση της συνείδησης.
Από την άλλη μεριά, πού οδηγεί η απολυτοποίηση της παρέμβασης μέσα στην τάξη» χωρίς αντίστοιχη μαζική, πολιτική, «εξωτερική» πάλη; Δεν οδηγεί στον ίδιο το στραγγαλισμό αυτής της παρέμβασης, αφού της αφαιρεί κάθε μαχητικό και διευρυμένο έρεισμα απέναντι στο διοικητικό μηχανισμό του συστήματος; Τις περισσότερες φορές συρρικνώνεται σε μια βελτιωμένη διαχείριση των ίδιων προδιαγραφών, με κάποιες αιχμές ενάντια στην επιλεκτική λειτουργία του σχολείου και κάποιες άλλες στο ιδεολογικό περιεχόμενο των μαθημάτων. Μια τέτοια στάση ακολουθείται από όλο και περισσότερες/-ους εκπαιδευτικούς και δημιουργεί στη νεολαία και στο λαό μια υψηλή εκτίμηση για τον «καλό δάσκαλο ή δασκάλα», που «ενδιαφέρεται» για τα παιδιά. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ως προς την ηθική της διάσταση και την πρακτική της σημασία. Όμως, δεν υπερβαίνει τον ατομικό της χαρακτήρα, δεν οδηγεί από μόνη της στη συλλογική συνδικαλιστική – πολιτική πάλη, δεν προωθεί τη δημιουργία πολιτικής συνείδησης στη βάση των εξελίξεων στην Παιδεία.
Απαιτείται, λοιπόν, μια ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΟΣΥΝΔΕΣΗ της πάλης «ΕΞΩ» από το σχολείο και «ΜΕΣΑ» σε αυτό. Το «ΜΕΣΑ», μάλιστα, είναι καθημερινό, αναφέρεται σε κάθε λεπτό της παραμονής μας στο σχολείο, αφορά σε κάθε πράξη, σε κάθε «παιδαγωγική μας ανάσα». Αντιστρατεύεται έμπρακτα την ταξική διαφοροποίηση των μαθητών μας, την υποβάθμιση της μόρφωσης των περισσοτέρων, την ιδεολογική τους χειραγώγηση, την ακύρωση ακόμη και της θέλησής τους για αφύπνιση και χειραφέτηση.
Κάθε στιγμή στην τάξη περιέχει «εύφλεκτη ύλη» για ιδεολογική – μορφωτική αντιπαράθεση. Μιλώντας για το Δαρβίνο. Διδάσκοντας γλώσσα με δόκιμους συγγραφείς από το χώρο της Λογοτεχνίας και των σύγχρονων επεξεργασιών, παραλείποντας την κωμικοτραγική χρήση των συνταγών μαγειρικής και των διαφημίσεων. Ξεπερνώντας έναν επιφανειακό «σεβασμό» των μεταναστών βάσει της κυρίαρχης «διαπολιτισμικής» αντίληψης και ανοίγοντας τη συζήτηση για τις αιτίες, που τους έφεραν εδώ, για την εργοδοτική και κρατική συμπεριφορά απέναντί τους!
Στην Ιστορία, στο κεφάλαιο της προεπαναστατικής Κωνσταντινούπολης, αξίζει να φέρουμε τα παιδιά σε επαφή με πηγές και προβληματισμούς για τη δράση των Φαναριωτών και τη στάση του Πατριαρχείου απέναντι στην Επανάσταση του ΄21, αντί για τη «διαθεματικότητα» της πολίτικης κουζίνας. Να παρουσιάσουμε τον ηρωισμό του Διάκου και του Παπαφλέσσα συνδέοντάς τον με την αυτοθυσία των σημερινών υπερασπιστών του Ιράκ και της Παλαιστίνης. Να μιλήσουμε για τα διαβόητα δάνεια της Αγγλίας, που έδεσαν το λαό μας χειροπόδαρα, και να τα υπενθυμίσουμε όταν φτάσουμε στο Δεκέμβρη του ΄44. Να οδηγήσουμε σε μια κριτική – διαλεκτική εξέταση της αρχαίας και της σύγχρονης «Δημοκρατίας», με την κατανόηση του ταξικού της χαρακτήρα στην εξέλιξή του. Να «πετάξουμε» τη γνωστή τσιμεντοσακούλα από την εμπέδωση του μύθου του Ηρακλή!
Να εξηγήσουμε τι σημαίνει η συμμετοχή των παιδιών και των γονιών τους στη συντήρηση της παιδικής χαράς, όπως αναφέρεται στη Μελέτη Περιβάλλοντος. Να αρνηθούμε το «διαθεματικό» συνονθύλευμα, όπου παρουσιάζονται «ατάκτως εριμμένες» πληροφορίες για θρεπτικά συστατικά ή γεγονότα της τοπικής Ιστορίας, ενάντια σε κάθε έννοια διδακτικής καταλληλότητας και συστηματικότητας. Να αντισταθούμε στην αποσπασματικότητα και την ιδεολογική «νέφωση» των κάθε λογής Προγραμμάτων. Κυκλοφοριακή Αγωγή, μέτρα προστασίας από τους σεισμούς, υγιεινή διατροφή και άλλα να τα ενσωματώσουμε εμείς στο πρόγραμμα της τάξης μας, διεκδικώντας, ταυτόχρονα, χρηματοδότηση και ένταξη κάθε χρήσιμης γνώσης στο πανελλαδικό πρόγραμμα σπουδών της αντίστοιχης τάξης. Πάνω απ΄ όλα, να αχρηστέψουμε τα «Προγράμματα Επιχειρηματικότητας», που αποσκοπούν στην αφομοίωση των «ιερών αξιών» του καπιταλισμού από τα πρώτα κιόλας παιδικά χρόνια.
Σε ό,τι αφορά στους ταξικούς φραγμούς, να «δώσουμε μάχη» για να μορφωθούν τα κοινωνικά αδύνατα παιδιά. Να ασχοληθούμε με αυτά στο μάθημα, να τα βοηθήσουμε, να τονώσουμε την αυτοπεποίθησή τους, να βοηθήσουμε τους εργαζόμενους γονείς τους στη διαπαιδαγώγησή τους. Να συμβάλουμε στο να συνειδητοποιήσουν την ταξική «συνομωσία» σε βάρος τους, να αναπτύξουν αγωνιστική στάση στη ζωή. Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση να αρνηθούμε το ρόλο του «παιδονόμου», να ενθαρρύνουμε τους μαθητές στο να αγωνίζονται, να εμφανιστούμε ως «φυσικοί» τους σύμμαχοι, όχι ως φανατικοί «ραβδούχοι» της εξουσίας ή τρομαγμένοι υπαλληλίσκοι.
Μα είναι εύκολα όλα αυτά; Δεν προσκρούουν στο «τείχος» του διοικητικού μηχανισμού, ακόμη και τώρα, που δεν έχει μπει σε ισχύ ο μηχανισμός της λεγόμενης «αξιολόγησης»; Δεν παρεμποδίζονται από την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας σε πολλούς γονείς και μαθητές, από την πίεση που ασκεί στη συνείδησή τους ο εξεταστικός «μαραθώνιος», η βαθμοθηρία, οι αυταπάτες για επιτυχία στη ζωή μέσω της σχολικής «επιτυχίας»; Αλλά και σε εμάς, στους εκπαιδευτικούς, δε λειτουργεί η διαδικασία της αλλοτρίωσης κάθε εργαζομένου σε εξαρτημένη εργασιακή σχέση, όπως την ανέλυσε ο Μαρξ; Δε δυσκολεύουν επιπρόσθετα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της «ενδοσχολικής διαπάλης», όπου απουσιάζουν η μάζα, ο παλμός, η μαχητικότητα της διαδήλωσης; Μήπως δεν επιδρούν αρνητικά οι ρουτίνες και το «κατεβασμένο» κλίμα της καθημερινότητας;
Οπωσδήποτε ισχύουν όλα τα παραπάνω, αλλά δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά την έκφραση της αστικής πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας στο χώρο δουλειάς μας. Κάθε τομέας πάλης έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, όπου ανήκουν και οι ιδιαίτερες δυσκολίες για εκείνους που αγωνίζονται. Είναι «όλα του γάμου δύσκολα», πουθενά δεν είναι μόνο «ρόδινα» και αλλού μόνο «μαύρα»! Πουθενά και ποτέ ο αγώνας ενάντια στην κυρίαρχη τάξη δε θα είναι ένας ανέμελος περίπατος! Ούτε, όμως, και οι εργαζόμενοι είμαστε «τα πρόβατα επί σφαγή», που βαδίζουμε προς τη θυσία! Οι αγώνες μας έχουν και κατακτήσεις! Το μέλλον μας δεν είναι η θυσία, αλλά η νίκη, και αυτό, νομοτελειακά, τόσο σίγουρο, όσο και η διαδοχή της νύχτας από τη μέρα!
Είναι διαφορετικό το να ακυρώνουμε κάθε αγωνιστική κινητοποίηση στο όνομα των δυσκολιών της από το να την οργανώνουμε «με νου και γνώση», με συνυπολογισμό όλων των παραγόντων αλλά και με τόλμη, με ρίσκο! Η αντιπαράθεση μέσα στο σχολείο με την εκπαιδευτική πολιτική και τις αντιδραστικές της αναδιαρθρώσεις πρέπει να πάρει ΜΑΖΙΚΟ, ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. Να ξεφύγει από την ατομική δράση, όσο τιμητική και χρήσιμη είναι αυτή, και να «αγκαλιάσει» μάζες εκπαιδευτικών. Η ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΧΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΟΡΦΗ ΠΑΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (και κάθε εκπαιδευτική Ομοσπονδία), ΜΕ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ, ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟ, ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ. Το περιεχόμενο της παρέμβασης αυτής πρέπει, πλέον, να πάρει κεντρική θέση στις συλλογικές διαδικασίες της Ομοσπονδίας, χωρίς, βέβαια αυταπάτες, ότι θα εξασφαλίζεται πάντα ιδεολογική ομοφωνία. Ταυτόχρονα, κανείς εκπαιδευτικός ή καμιά συλλογική έκφραση να μην παρεμποδίζεται από τον εκάστοτε συσχετισμό δύναμης των παρατάξεων.
Μήπως, όμως, σπέρνουμε με αυτό τον τρόπο αυταπάτες για μια «πορεία μέσα από τους θεσμούς», για «τη διάβρωσή τους από τα μέσα»; Μήπως θεωρούμε και εμείς, ότι όλα εξαρτώνται από τη στάση των εκπαιδευτικών; Εάν προβάλλαμε κάτι τέτοιο, θα ήταν πολιτικά παιδαριώδες. Όχι, η αγωνιστική στάση των εκπαιδευτικών μέσα στην τάξη προς όφελος των παιδιών των εργαζομένων και από προοδευτική ιδεολογική σκοπιά μπορεί και πρέπει να αποτελέσει έναν σοβαρό κρίκο των αγώνων τόσο των εκπαιδευτικών όσο και όλου του Λαού για μια άλλη Παιδεία και Κοινωνία. Μπορεί και πρέπει να συνδεθεί με την πάλη «έξω», «στο δρόμο» και να ανυψωθεί σε μια καθολική εργατική – λαϊκή διεκδίκηση ριζοσπαστικών λύσεων ΕΝΑΝΤΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
Αυτός ο ενιαίος αλλά και πολύπλευρος προσανατολισμός της δράσης μας πηγάζει από τη συνειδητοποίηση της ταξικής μας θέσης: είμαστε μέρος της εργατικής τάξης, που εργαζόμαστε στον ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους. Το τελευταίο προσπαθεί με ιδιαίτερο ζήλο να στρεβλώσει τη συνείδησή μας, να μας αφαιρέσει την αξιοπρέπεια, την αυτοεκτίμηση, να μας επιβάλει την αποδοχή της απαξίωσης του παιδαγωγικού μας έργου άρα και της ίδιας μας της προσωπικότητας. Επομένως, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΘΗΚΟΝ, ΕΧΟΥΜΕ ΕΥΘΥΝΗ να δράσουμε και μέσα στην τάξη και στο σχολείο και «στο δρόμο», παντού, έτσι, ώστε η συνείδησή μας και η δράση μας να αντανακλούν την πραγματικότητα: το ότι τα επαγγελματικά μας προβλήματα αποτελούν παράγοντα της μορφωτικής υποβάθμισης και χειραγώγησης των παιδιών του Λαού. Ότι το βάθεμα και η διασφάλιση του ταξικού χάσματος στην κοινωνία προϋποθέτει τη δική μας πειθάρχηση, τη δική μας υποβάθμιση καθώς και τη δική μας εσωτερική - επαγγελματική διαφοροποίηση. Ο μισθός, η σύνταξη και η περίθαλψη, τα ωράρια και οι συνθήκες της διδασκαλίας, η πειθαρχική «ασφυξία» στα σχολεία των χαμηλών ταχυτήτων (στα πλαίσια της «αποκέντρωσης») θα συμβάλουν στη «διάπλαση» των «θυμάτων» της «ευελφάλειας».
Η κοινωνική μας ευθύνη δεν αναφέρεται σε όλη την Κοινωνία! Αποκλείει από τον «ορίζοντά» της την άρχουσα τάξη! Δε θέλουμε να λογοδοτήσουμε σε αυτή! Αναφέρεται στο λαό, στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, στα παιδιά τους, στον κόσμο της δουλειάς και της στέρησης, στο δικό μας, δηλαδή, κόσμο! Η έμπρακτη ανάληψη αυτής της ευθύνης εκ μέρους μας, μέσα κι έξω από το σχολείο, αποτελεί για εμάς πολιτικό, ιδεολογικό, ηθικό, μονόδρομο!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
APPLE, MICHAEL. Ιδεολογία και αναλυτικά προγράμματα. Θεσσαλονίκη: παρατηρητής.
Κάτσικας, Χ., Θεριανός, Κ. (2006). Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ. Αθήνα: Gutenberg.
Κάτσικας, Χ., Θεριανός, Κ., Τσιριγώτης, Θ., Καββαδίας, Γ. (2007). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΛΙΒΑΝΗ.
ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΔΙΗΜΕΡΟ, (1985). ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ, 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ. Αθήνα: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
ΛΕΝΙΝ, Για την Αγωγή και την Παιδεία, τ. 1,2,. Αθήνα: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Μηλιαρονικολάκη, Ε. (2006). Το πανόραμα της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης στην Παιδεία. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, Τ. 4-5.
Sarup, Madan, (2006). ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Αθήνα: επίκεντρο.
* Εισηγήση στην ημερίδα της ΔΟΕ (Χανιά 24/2/2007) με θέμα : Δάσκαλος – Σχολείο – Κοινωνία
No comments:
Post a Comment